Μια μέρα στο Στρασβούργο: Οι γυναίκες που απέδρασαν από την κόλαση

ma-mera-sto-strasvourgo-oi-gynaikes-pou-apedrasan-apo-tin-kolasi

 

Άρθρο του Θανάση Φωτίου

Η Lamiya Aji Bashar ανέβηκε πρώτη στο βήμα της κατάμεστης αίθουσας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Φορούσε την παραδοσιακή στολή της φυλής της, των Γεζίντι. Λίγα λεπτά προηγουμένως, σ’ αυτή την αίθουσα που μερικές φορές θαρρείς ότι πολλά λέγονται και γίνονται γιατί πολύ απλά πρέπει να λεχθούν ή να γίνουν, ακούστηκαν και φέτος οι φωνές των βραβευθέντων στο παρελθόν με το Βραβείο Ζαχάρωφ. H φωνή του Νέλσον Μαντέλα, της Λεϊλά Ζάνα, του Τζαφάρ Παναχί, των μητέρων της Plaza De Mayo, του Οσφάλδο Παγιά… Σαν ένας ήχος υπόκωφος, φωνές πνιχτές, βγαλμένες από τα έγκατα της ανθρώπινης ύπαρξης να παλεύουν να ξεχωρίσουν, να ακουστούν στην πολύβουη καθημερινότητά μας και να καλέσουν σε αφύπνιση για την προάσπιση των δικαιωμάτων, της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας του ατόμου. Αυτή η στιγμή, η οποία λειτουργεί πιο πολύ σαν «μουσικό χαλί» προετοιμασίας της τελετής, γι’ αυτό και ως επί το πλείστον περνά απαρατήρητη από το πλήθος που συγκεντρώνεται εκείνη την ώρα στην αίθουσα της ολομέλειας, είναι για μένα προσωπικά η συγκλονιστικότερη αυτής της απονομής η οποία θεσμοθετήθηκε το 1988 προς τιμήν του Ρώσου αντιφρονούντα Αντρέι Ντιμίτριεβιτς Ζαχάρωφ.

Πέρσι, τέτοιο καιρό, στο μέσο της αίθουσας, υπήρχε μια καρέκλα άδεια. Το τιμώμενο πρόσωπο, ο Σαουδάραβας μπλόγκερ Ραΐφ Μπανταουί, δεν ήταν εκεί για να παραλάβει το βραβείο του. Βρίσκεται από το 2012 στις φυλακές της Σαουδικής Αραβίας. Το «έγκλημα» του; «Αποστασία», «βλασφημία», «προσβολή των αξιών του Ισλάμ», «θρησκευτική και ηθική παρέκκλιση». Τόλμησε να τα βάλει με το διαφθαρμένο, αντιδημοκρατικό καθεστώς, τόλμησε να φωτίσει μέσα από το μπλοκ του την ανελευθερία, να κατακεραυνώσει την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα του, να ανοίξει διάλογο για θέματα ισότητας, γυναικών, πίστης… Η ποινή του; Δέκα χρόνια φυλάκιση, 300.000 ευρώ πρόστιμο, 1.000 δημόσια μαστιγώματα, 50 κάθε Παρασκευή μετά την προσευχή, και επιπλέον στέρηση της εξόδου από τη χώρα αλλά και του δημόσιου λόγου για άλλα δέκα χρόνια μετά την αποφυλάκισή του! Ευτυχώς, έναν χρόνο μετά τη βράβευσή του, ο Μάρτιν Σουλτς τον θυμήθηκε στην έναρξη και απηύθυνε εκ νέου έκκληση για την απελευθέρωσή του.
Η Lamiya μίλησε πρώτη, λοιπόν. «Όταν έγινε η επίθεση στο χωριό μου, ήμουν δεκαπέντε χρονών» είπε. Ήταν 3 του Αυγούστου το 2014. Οι τζιχαντιστές εισέβαλαν στο Κοcho, έσφαξαν όλους του άντρες, ανάμεσα τους τον πατέρα και τα αδέλφια της, καθώς και ογδόντα ηλικιωμένες γυναίκες, ανάμεσά τους και τη μητέρα της, που κρίθηκαν ότι δεν είχαν καμιά σεξουαλική-εμπορική αξία. Η Lamiya, μαζί με τις έξι αδελφές της, όπως και όλες οι άλλες νεαρότερες γυναίκες, απήχθησαν και πουλήθηκαν ως σκλάβες του σεξ. Επανειλημμένα. Τέσσερις φορές, για την ακρίβεια, μέχρι την ημέρα που κατάφερε, ύστερα από αλλεπάλληλες προσπάθειες, να δραπετεύσει. Δεν δίστασε, μάλιστα, να κατονομάσει τον τελευταίο «ιδιοκτήτη» της, έναν γιατρό, διευθυντή νοσοκομείου, ο οποίος βίαζε κοριτσάκια 9-10 χρόνων. Κατά την απόδρασή της, ωστόσο, μια φίλη που ήταν μαζί της, η Κατρίν, πάτησε σε νάρκη. «Αυτές οι φρικτές κραυγές θανάτου είναι ό,τι πιο τρομακτικό άκουσα στη ζωή μου» μας είπε. Η ίδια έχασε την όρασή της και χρειάστηκε να κάνει αρκετές επεμβάσεις μέχρι να καταφέρουν οι γιατροί να αρχίσει να βλέπει από το ένα της μάτι. «Τώρα που μπορώ να δω, μπορώ να γίνω η φωνή αυτών που δεν έχουν» είπε.
Εκείνη την ημέρα του Αυγούστου, που ο ISIS εισέβαλε στο χωριό τους, η Nadia Murad, η δεύτερη βραβευθείσα, έχασε έξι από τους αδελφούς της, καθώς και τη μητέρα της η οποία σκοτώθηκε μαζί με τις άλλες ηλικιωμένες γυναίκες. Άλλαξε πολλές φορές «ιδιοκτήτες» και οδηγήθηκε στη Μοσούλη όπου υποχρεώθηκε να κατασκευάσει βόμβες και γιλέκα αυτοκτονίας. Κατάφερε να αποδράσει ύστερα από καιρό, να φτάσει σε καταυλισμό προσφύγων στο βόρειο Ιράκ και έπειτα στη Γερμανία. «Το να αφηγηθώ την ιστορία μου και να βιώνω ξανά τη φρίκη ενώπιόν σας δεν είναι εύκολο» είπε την περασμένη Τρίτη, απευθυνόμενη στους παρευρισκομένους στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. «Αλλά ο κόσμος πρέπει να μάθει» πρόσθεσε. «Ξεπεράσαμε τον φόβο και βρήκαμε τη δύναμη να παλέψουμε για εκείνους που έμειναν πίσω. Κουβαλάμε τη φωνή όλων αυτών των γυναικών». Το πρωί της ίδιας μέρας, ενώπιον των δημοσιογράφων, είχε ρωτηθεί εάν υπήρξε κάποια στιγμή, κατά την ομηρία της, που να είπε αυτό είναι το τέλος της ζωής μου. «Σε καμιά περίπτωση δεν έχασα την ελπίδα μου» απάντησε. «Αλλά όταν είδα την αγριότητά τους, τη βία και τη βαναυσότητα, τότε είπα, αυτό είναι το τέλος της ανθρωπότητας». Και ο Μάρτιν Σουλτς, η θητεία του οποίου τελειώνει στις 16 Ιανουαρίου, είπε «ο αγώνας σας είναι και δικός μας αγώνας»
πηγή philenews
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s